Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

ΓΙΑ ΚΑΛΑ ΠΙΠΟΝΙΑΑΑΑ… ΓΙΑ ΚΑΛΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑΑΑΑΑ…..


Μια φίλη έγραψε ότι, δεν θα νοιώσει ότι καλοκαίριασε αν δεν ακούσει το... για καλές καρέκλες, για οβάλ τραπέζιαααααα...
Το παρακάτω της το χάρισα, όπως το χαρίζω και σε όλους όσοι έχουν την ίδια άποψη.
Για καλές καρέκλες για οβάλ τραπέζια …
Το μεγάφωνο τσίριξε απότομα:
«Για καλά πιπόνιααα, για καλά καρπούζιααα…» και σαν απ’ το πουθενά εμφανίστηκε το φορτηγάκι.
Κοίταξα το ρολόι. Πέντε και κάτι το απόγευμα.
Τουλάχιστον μπήκαν οι τσιρίδες σε ωράριο, σκέφθηκα.
Το μεγάφωνο επέμενε:
«Για καλά πιπόνιαααα, για καλά καρπούζιααααα, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, …για καλές καρέκλες».
Με είδε που κινήθηκα κατά το δρόμο και σταμάτησε.
-Για καλά πιπόνια αφεντικό, επανέλαβε.
-«Καλά πιπόνια» το καταλαβαίνω, το «για» τι το χρειάζεσαι;
-Έτσι το λεν αφεντικό. Και γυρνώντας από την άλλη, με χωνί τις παλάμες και εκτός μικροφώνου, διαλάλησε :«για καλά πιπόνιαααα».
Τα ακούς και σκέπτεσαι: τι λείπει;
Σου θυμίζει εκείνο το «να πούμε» που έγινε «να ούμε» και κατάντησε «να ούμ».
Άντε να του εξηγήσεις ότι μαζί με τα καλά πιπόνια έφαγε ολόκληρο «ελάτε»«Ελάτε για καλά πιπόνια», ας πούμε, θα ακουγόταν σωστότερο.
-«Για καλά πιπόνιαααα, για καλά καρπούζιαααα…», συνέχισε το μεγάφωνο. Άντε τείο τα πάρεις;
-Αν το πεις μια φορά, τουλάχιστον, σωστά κάτι θα γίνει, απάντησα.
-Πως το θέλς αφεντικό, πέστο.
-Ελάτε κόσμε να πάρετε καλό πεπόνι και καλό καρπούζι, απάντησα.
-Δύσκολα βάζεις μάστορα, αλλά θα του πω,
είπε και έβαλε τα χέρια σα χωνί στο στόμα:
«Ιλάτι κόσμι για να παρτι πιπόνι, με του μαχαίριιιι».
-Επ, είπα, γιατί τους λες να φέρουν και μαχαίρι;
-Δεν τους λέω να φέρουν μαχαίρι ρε μπάρμπα, ου λόγους του λέει.
Χαμογέλασα, βλέπεις αυτός ο λόγος, που το λέει, δε θέλει αντίλογο.
Άμα το λέει ο λόγος τελείωσε, πάει.
Πήρα ένα καρπούζι το σήκωσα και το έφερα στ’ αυτί.
-Να του μαχαιρώσω, πρότεινε.
- Όχι άστο θα μου πει το ίδιο.
-Τι θα σι πει ρε τείο, ασι να του σφάξω να ντεις.
-Και πως θα το πάω σφαγμένο, μου λες;
Κι αν θέλω να το φάω μεθαύριο; σφαγμένο θα το’χω;
Με κοίταξε.
Η λογική του δε μπορούσε να χωρέσει ότι θα αγόραζα κάτι σήμερα για να το
φάω μεθαύριο, αυτά τα πράγματα δεν γίνονται στη δική του πρακτική.
-Μεθαύριου θα παρς άλλο, είπε.
Παρι δύο, να.
Έβαλα στην άκρη το καρπούζι, που φαινόταν ώριμο, και προχώρησα στα πεπόνια.
Αυτά δε χρειαζόταν να τα ζουλήξεις στ’ αυτί για να ακούσεις το κρακ, που δείχνει την ωριμότητα και τη φρεσκάδα τους, όπως στο καρπούζι.
Το άρωμά τους είχε ήδη απλωθεί τριγύρω.
-Θα σι πουν και τα πιπόνια; Ρώτησε.
-Όχι αυτά μυρίζουν.
-Τι μυρίζουν ρε μπάρμπα, φρέσκα είναι, χτες του βράδ τα’ κοψα. Να, μα την Παναγία…

Μου το έστειλε ο καλός μου φίλος Γιάννης Ιωαννίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου