Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΥΚΝΩΝΕ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ: Από τη ντισκοτέκ άκουσα ντραμς. Άρχισαν να έρχονται οι νεαροί






Όλο και πύκνωνε το σκοτάδι. Από τη ντισκοτέκ άκουσα ντραμς.
Άρχισαν να έρχονται οι νεαροί.
Σε λίγο ακουστήκανε γέλια από μέσα, φωνές και ποδοβολητά.
Κι αισθάνθηκα θλίψη, μια απέραντη θλίψη μου φλόγισε τα μάτια.
Μη με ρωτήσεις γιατί, ούτε εγώ ξέρω να σου πω- ίσως για τα χαμένα νιάτα μου. Ίσως επειδή δεν μπορούσα πια να μπω κι εγώ μέσα να χορέψω.
Γιατί τότε που ήταν ο δικός μου καιρός για γλέντια και χορούς, εγώ είχα δοκιμάσει το αίμα του διαβόλου και δε γινόταν να ξεχάσω τη γεύση του.
Αυτό θα πρέπει να με έσπρωξε στους μεγάλους δρόμους, αυτό μ εμπόδισε να απλώσω κάπου τις ρίζες μου, να μην αφήσω ένα παιδί πίσω.
Δεν το ήθελα, δεν το διάλεξα, κάποιος άλλος με διάλεξε, με έδειξε:"  τέτοια θα ναι η μοίρα σου!"
Οι νεαροί μέσα χορεύουν και χαίρονται πάνω στο αίμα που είχα χύσει εγώ, χωρίς να ξέρουν τίποτα για αυτό το αίμα, χωρίς να θέλουν να ξέρουν.
Και αυτό με έθλιβε. Ότι με έχουν ξεχάσει. Ότι θα ξεχαστώ για πάντα.
Ποιος ξέρει; Μπορεί να στα λέω όλα τούτα για να μην ξεχαστώ. Αν και δεν βρίσκω το λόγο να με θυμάσαι. Δεν είμαι και κανένας σπουδαίος. Ίσως, όμως, να υπάρχει ένας λόγος να με θυμάσαι: είχα κι εγώ ψυχή...
Αλλά έτσι είναι ο κόσμος.
Όλοι μας χορεύουμε πάνω σε ξένους τάφους ή, αν όχι πάνω σε τάφους, πάνω σε ξένες μοίρες που έκλεισαν τον κύκλο τους...

(Απόσπασμα από το αριστουργηματικό "Ο αμαρτωλός των Βαλκανίων" του Ντιμιτερ Κιρκοφ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου