Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

Η Ζωζώ Νταλμάς, η Ξανθιά των Τσιγάρων Santé, θα Είναι για Πάντα η Πρώτη Διάσημη Ελληνίδα

Γκέι άντρες, γκέι καλόγριες και τσιγάρα Santé.

Από τη συνέντευξη που είχε κάνει στα τέλη της δεκαετίας του '80 ο Γιώργος Παπαϊωάννου στην Ζωζώ Νταλμάς.
Λέει ο μύθος ότι ο ζωγράφος τη διάλεξε επειδή ήταν καλλονή και διάσημη, από τις πρώτες αρτίστες που είχαν γυρίσει όλο τον κόσμο και δεν έδιναν δεκάρα για τίποτα. Τη ζωγράφισε, όμως, λίγο πιο ξανθιά, μόνο και μόνο για το κοντράστ: άντε να βρεις ωραιότερη κασετίνα τσιγάρων από τα Santé.
Κι είναι, μετά, ένας άλλος μύθος, πιο ζουμερός, αλλά –κοίτα να δεις– πιο αληθινός, όσο κι αν ακούγεται ποιητικός. Μύθος είναι, ό,τι θέλει κάνει: άφιλτρα τσιγάρα οι καημοί της ζωής της, κάηκαν σε πανάκριβα πορσελάνινα σταχτοδοχεία από δω κι από κει, σκορπίστηκε ο καπνός τους σ' όλη την
Ελλάδα μέχρι τα βάθη της Τουρκίας, κι έμεινε η Ζωζώ Νταλμάς να την ξέρουν όλοι μέχρι τις μέρες μας απ' αυτά τα τσιγάρα. Τα Santé, που πριν από λίγες βδομάδες σταμάτησαν να κυκλοφορούν διά παντός κι έγιναν συλλεκτικά.
Λοιπόν, οι ιστορίες που θα διαβάσετε καταγράφονται πρώτη φορά σε υπολογιστή. Βρήκα δέκα σελίδες σε γραφομηχανή, απομαγνητοφωνημένη τη συνέντευξη της Ζωζώς Νταλμάς ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, δηλαδή λίγο πριν πεθάνει. Σε ένα υπόγειο στους Αμπελοκήπους, απ' αυτά που τα χαλιά κρύβουν υγρά πατώματα. Τους τοίχους στόλιζαν νοτισμένα κάδρα και χοντροί σωλήνες καλοριφέρ. Φορούσε τα φιμέ γυαλιά της, λευκά πασούμια, σομόν νυχτικιά και δυο σειρές από χοντρές πέρλες.
«Εύθραυστη κλωστή η ζωή και πανάκριβες οι ιστορίες της», είπε και μαζεύτηκε σε μια άθλια '80s πολυθρόνα.
«Έχω ένα τρανζίστορ τώρα, μόνο. Είχα και μια τηλεόραση και τη χάρισα στις εκλογές στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Τους χάρισα και το καλό σαλόνι, το βελούδινο. Ήμουν ενάμιση χρόνο άρρωστη και δεν πάτησε κανείς το πόδι του να δει τι κάνω. Εγώ, που έδωσα 14.500.000 δραχμές προπολεμικά για να κτίσω το Σωματείο και το Ταμείο».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μιλούσε σαν να τα διάβαζε, μηδέν συναίσθημα, μηδέν παράπονο. «Δεν πα' ν' απαυτωθούν όλοι τους; Δέκα ζωές έχω ζήσει σαν τις δικές τους», ήταν σαν να μού 'λεγε. Κάν' τες εκατό.
«Εγώ γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη, το 1905. Μετά ήταν που πήγαμε στον Πειραιά και μετά στη Θεσσαλονίκη. Στη σχολή, πήγαινα στις καλόγριες. Με πήγαινε ο Τσερκέζος ο αμαξάς με την άμαξα. Μια μέρα, μου λέει μια καλόγρια "ελάτε στο δωμάτιο, έχω σκυλιά, έχω παπαγάλους να δείτε". Μου δίνει ένα λικέρ κι άρχισα να αισθάνομαι άσχημα, σαν να με νάρκωνε, να με είχε γδύσει και να με δάγκωνε. Άρχισα να φωνάζω τον αμαξά και ήρθε και μ' ελευθέρωσε. Με βρήκε γυμνή. Την άρπαξε να τη σφάξει. Μετά, πήγε όλη η οικογένεια στο μοναστήρι και δεν έμεινε τίποτα».
Ο πατέρας της, λέει, ήταν αγρότης γεωπόνος κι η μάνα της αριστοκράτισσα. Την παντρεύτηκε όταν ήταν 13 χρόνων κι οι γονείς της δεν τον θέλανε.
«Ο πατέρας έχτισε μια τριπλοκατοικία στη Θεσσαλονίκη, στην παραλία, επί της Μητροπόλεως, που τότε λεγόταν Βασιλείου Βουλγαροκτόνου. Το τριώροφο είχε ένα πολύ μεγάλο οικόπεδο, το οποίο το νοικιάζαμε για αποθήκες κρασιών. Εμένα μου άρεσε πολύ να πίνω. Εκείνη την περίοδο είχαν υιοθετήσει οι γονείς μου ένα κοριτσάκι, την Ευγενία, που ήταν ορφανό. Την έπαιρνα την Ευγενίτσα και πηγαίναμε στις αποθήκες και γινόμασταν τέζα. Η μητέρα μου φώναζε, αλλά η γιαγιά μου της έλεγε "άφησέ τα τα παιδιά να πιούνε". Οι γονείς μου ήταν φιλάνθρωποι και είχαν μετατρέψει τον πρώτο όροφο του κτιρίου σε νοσοκομείο. Μαζεύανε από τους δρόμους και από τα άσυλα παιδιά και γέρους και τους έφερναν στο σπίτι κάτω, που ήταν γενάτο ντιβάνια. Κάθε όροφος είχε χαμάμ, λουτρό και τους έφερναν να τους πλύνουν, να τους δώσουν να φάνε, να μείνουν όσο ήθελαν, ακόμα και χρόνια. Έτσι πήραν και την Ευγενίτσα, αλλά πέθανε μετά, υπέφερε από μια αρρώστια που έβγαζε πληγές σε όλο της το σώμα.
Εκεί κοντά όπου μέναμε είχε ένα οικόπεδο ο κύριος Χάνος και είχε φτιάξει μια πίστα πατινάζ με μουσικό πρόγραμμα. Πήγα και τον βρήκα μια μέρα, επτά χρόνων ήμουν, και του λέω "κύριε Χάνο, σας παρακαλώ, αν έχετε την καλοσύνη, πάρτε με να μάθω να κάνω πατινάζ, έχω και ωραία φωνή και χορεύω και παίζω και πιάνο, άρπα, βιολί, ακορντεόν, κιθάρα, κλαρίνο που μου έμαθε ο πατέρας μου και ντραμς".
Με πήρε κι η μαμά μου με μάλωνε, αλλά η γιαγιά μου με υποστήριζε. Έβγαινα και έλεγα "αεροπλάνο είμαι εγώ, στα ύψη πάντα θα πετώ" και μου έδινε 50 δραχμές τη μέρα κι η γιαγιά μού είπε "μη λες τίποτα, θα τα μαζέψουμε για να πάρεις ποδήλατο".
Μου πήραν και ποδήλατο και μου πήραν και μια βαρκούλα και κολυμπούσα, διότι είχα συνηθίσει στη Χάλκη, στην Πόλη, που είχαμε πισίνα. Με το ποδήλατο όργωνα όλη τη Θεσσαλονίκη. Έλεγα και στη φιλενάδα μου, τη Σουλτάνα, αλλά αυτή φοβόταν και έπαιρνε το τραμ κι εγώ ακολουθούσα από πίσω με το ποδήλατο. Αργότερα την έκανα παρτενέρ μου στα πατίνια και τραγουδούσαμε μαζί.
Μια εποχή, η μητέρα μου νοίκιασε το μεγάλο οικόπεδο σε ένα τσίρκο. Είχε ακροβάτες, άλογα, θηρία, τραγουδίστριες, όλα τα είχε. Ζούσε ακόμα η Ευγενίτσα και της είπα να πάμε κρυφά, να πάρουμε την ομπρέλα της γιαγιάς και να πάμε να ανέβουμε στο σχοινί για να ισορροπήσουμε. Εγώ ήμουν ευκίνητη σαν λάστιχο, αλλά η Ευγενίτσα δεν ήταν, είχε παχύνει από την καλοπέραση. Προχωρούσαμε σε ύψος πέντε μέτρων κι η Ευγενία έπεσε κάτω, στο προστατευτικό δίχτυ. Φοβήθηκα κι εγώ, έπεσα κάτω κι αρχίσαμε και φωνάζαμε γιατί τρομάξαμε. Βγήκαν έξω οι ακροβάτες, μούγκριζαν τα θηρία, οι τίγρεις, ήταν κάτι Άγγλοι, Γάλλοι, Κινέζοι, σε τέσσερις γλώσσες μας τα λέγανε! Αφού ηρεμήσαμε, με ρώτησε η Ιταλίδα επικεφαλής του μπαλέτου γιατί δεν γίνομαι αρτίστα να με πάρουν μαζί τους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
"Δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι μου, είμαι μόλις εφτά χρόνων", της είπα.
Δεν έφυγα βέβαια, αλλά το ταλέντο ήταν ταλέντο από τότε. Το υπόγειο του σπιτιού είχε μετατραπεί σε θέατρο. Έπαιρνα τα σεντόνια, τα έστηνα, καλούσα τα κορίτσια της γειτονιάς που ήμασταν φίλες και παίζαμε την Γκόλφω, τον Αθανάσιο Διάκο, ό,τι μας ερχόταν. Είχα γεννηθεί με ταλέντo»...
Διακοπή για φωτογράφιση, η Ζωζώ Νταλμάς ξαπλώνει ελαφρώς στο κρεβάτι, σε μια ροζ σατέν κρεβατοκάμαρα και με την όποια ατμόσφαιρα της στιγμής και του δωματίου επιβεβαιώνει τη γνωστή ιστορία με τον Κεμάλ Ατατούρκ. Όχι αυτή ότι ήταν ζευγάρι, το ξέρανε κι οι κότες αυτό. Την άλλη επιβεβαίωσε, ότι γνώρισε τον Τούρκο ηγέτη ένα βράδυ σ' ένα μαγαζί όπου χόρευε, την κάλεσε εκείνος στο τραπέζι του μετά και κατέληξαν να περάσουν όλη τη νύχτα μαζί.
«Ο Κεμάλ έφυγε την άλλη μέρα στις εξίμισι το πρωί κι όταν ξύπνησα βρήκα στο κομοδίνο ένα χαρτονόμισμα, χίλιες λίρες. Προσεβλήθην. Βλέπω πάνω στο χαρτονόμισμα ότι απεικονιζόταν το πρόσωπό του. Το έκοψα γύρω γύρω, το έβαλα στην τσέπη μου και του άφησα ένα σημείωμα: "Πήρα μόνο αυτό που μου χρειαζόταν. Το υπόλοιπο σας το επιστρέφω, διότι μου είναι παντελώς άχρηστο"».
Καθήστε να πάρουμε μια ανάσα, να ηρεμήσει και η κυρία Ζωζώ εκεί όπου είναι, να σας ενημερώσω για το εξής:
Το 2014, πριν από δύο χρόνια δηλαδή, ένα δημοσίευμα που δημιούργησε σάλο στην Τουρκία υποστήριζε ότι ο Ατατούρκ δεν ήταν και τόσο άντρας. Το συμπέρασμα στηριζόταν σε μια χαζή φωτογραφία του Κεμάλ στην παραλία, σε μια στάση όχι και τόσο ανδροπρεπή (μην τον φανταστείτε Άριελ, αλλά οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία για καλιάρντεμα), συνοδευόμενη από σποντίτσες του στιλ «πάντως, εδώ που τα λέμε, δεν παντρεύτηκε κιόλας. Ούτε παιδιά έκανε. Δεν σας παραξενεύει όλο αυτό;».
Η Ζωζώ Νταλμάς εδώ και 28 χρόνια δεν ζει, ώστε να τον υποστηρίξει ή, τέλος πάντων, να καταθέσει την προσωπική της άποψη. Θα το έλεγε; Αν ίσχυε, ναι, να είστε σίγουροι. Γιατί, ακούστε το πιο απρόβλεπτο: σε αντίθεση με την υποκρισία των ημερών, αυτή η γυναίκα, τότε, σ' εκείνο το υπόγειο των Αμπελοκήπων, είχε κλείσει τη συνέντευξη με την ιστορία που ακολουθεί.
«Εγώ ήμουν 17 κι εκείνος, ο αεροπόρος, ήταν 23 όταν παντρευτήκαμε. Του είχαμε δώσει προίκα ένα τριώροφο στη Θεσσαλονίκη, πολλά μπιζού, χρήματα. Κι εκείνος έφερνε στο σπίτι διάφορες πόρνες για γλέντια.
Τρεις μήνες μετά τον γάμο μας, τον έπιασα επ' αυτοφώρω με έναν κίναιδο. Μας έκανε η Αεροπορία ένα γλέντι για όλα τα νιόπαντρα ζευγάρια. Κάποια στιγμή τον έχασα και όταν βγήκα έξω να τον αναζητήσω, τον βρήκα έξω από τα κάγκελα του κήπου, στου Χαριλάου, με τον κίναιδο.
Έπαθα νευρικό κλονισμό. Για πέντε μήνες με έβαλαν σε νευρολογική κλινική. Η οικογένειά μου πήγε να πεθάνει. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, η γιαγιά μου είχαν σκεβρώσει. Πάλι καλά που δεν ζούσε ο παππούς μου, γιατί θα τον είχε σφάξει. Έτσι ήταν τότε: Όποιος πειράξει το παιδί πρέπει να πεθάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου