Εάν ήταν ιδιωτικές επιχειρήσεις, το πιθανότερο είναι πως ουδέποτε θα είχαν πάρει τραπεζικό δάνειο θέτοντας ως ενέχυρο τα μελλοντικά κέρδη τους, και η εις το… διηνεκές. Εάν ήταν φυσικά πρόσωπα, μάλλον θα τα διέσωζε ούτε ο πιο γενναιόδωρος «νόμος Κατσέλη» - εάν και εφόσον βέβαια είχαν καταφέρει να πάρουν δάνεια βάζοντας το ίσιο, άυλο ενέχυρο σε τέσσερα, πέντε ή και έξι διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα.

Για την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ όμως, οι νόμοι του κράτους και οι κανόνες της αγοράς ήταν μάλλον ασήμαντη λεπτομέρεια, τουλάχιστον στις εποχές της μεγάλης τραπεζικής φούσκας και της διαρκούς πολιτικής ασυλίας. Και κάπως έτσι βρέθηκαν με μη εξυπηρετούμενα δάνεια που σήμερα ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια ευρώ, προέρχονται από έξι διαφορετικές τράπεζες και στοιχειοθετούν πλέον – έστω και με καθυστέρηση μιας μνημνονιακής επταετίας – ποινικές διώξεις για τα αδικήματα της απιστίας και της ηθικής αυτουργίας.
Πρόκειται για τις διώξεις που ζητήθηκαν χθες από τους οικονομικούς εισαγγελείς, αφορούν τα περίφημα «θαλασσοδάνεια» των κομμάτων στην περίοδο 2006-2012 και απειλούν να φέρουν στο εδώλιο τουλάχιστον 100 στελέχη έξι τραπεζών και περίπου 15 πολιτικά πρόσωπα, που είτε διετέλεσαν υπεύθυνοι Οικονομικών των κομμάτων, είτε είχαν βάλει την υπογραφή τους στα επίμαχα δάνεια.
Το αίτημα για διώξεις είναι το αποτέλεσμα της έρευνας που είχε παγώσει μετά το πόρισμα Καλούδη, την ανέσυρε από το αρχείο το 2017 η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και αναδείχθηκε μέσα από την παράλληλη περσινή έρευνα της Εξεταστικής Επιτροπής για τα θαλασσοδάνεια των κομμάτων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Από τα στοιχεία που περιλαμβάνουν, δε, αυτές οι παράλληλες έρευνες αποκαλύπτεται πλήρως το «κόλπο γκρόσο» με το οποίο Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ έπαιρναν αλλεπάλληλα δάνεια, που ουδέποτε εξόφλησαν και είχαν ως μοναδικό ενέχυρο την… μελλοντική χρηματοδότηση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ειδικότερα, και με βάση τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει η Εξεταστική Επιτροπή, η ΝΔ είχε πάρει δάνεια 142 εκατομμυρίων ευρώ και από αυτά εξυπηρετούσε μόλις τα 5 εκατομμύρια. Το ΠΑΣΟΚ είχε τραπεζικό δανεισμό 127 εκατομμυρίων ευρώ, από τον οποίο εξυπηρετεί μόλις τα 8,5 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 118 εκατομμύρια δεν εξοφλούντο. Με τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν – κυρίως μέσω της απόδοσης στις τράπεζες από την ΝΔ της τρέχουσας κρατικής χρηματοδότησης – το σύνολο των ανεξόφλητων δανείων για το οποίο ελέγχονται πλέον τα δύο κόμματα φθάνει περίπου στα 200 εκατομμύρια.

Οι τράπεζες που έχουν χορηγήσει τα δάνεια στα κόμματα είναι οι τρεις συστημικές (Εθνική, Πειραιώς και Eurobank) και η Attica Bank. Τη μεγαλύτερη έκθεση στα θαλασσοδάνεια των κομμάτων όμως την έχει Πειραιώς, δεδομένου ότι φορτώθηκε το δανειακό βάρος της πρώην Αγροτικής, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ για τη δανειοδότησή τους, την περίοδο που είχαν τη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά και της Marfin.
Το πλέον σκανδαλώδες όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο όχι μόνον εξασφάλιζαν αλλά και ανακύκλωναν τα δάνεια: Τα κόμματα έβαζαν ως ενέχυρο την κρατική χρηματοδότηση σε όλες τις τράπεζες προκειμένου να πάρουν δάνειο. Οι τράπεζες από την πλευρά τους, δεν παρέκαμπταν το γεγονός ότι επρόκειτο για πολλαπλή χρήση του ενεχύρου και αποδέχονταν ως δεδομένα για το μέλλον τόσο το ποσό της χρηματοδότησης, όσο και το ποσοστό των κομμάτων, από το οποίο εξαρτάται το ύψος της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων. Όταν δηλαδή το ΠΑΣΟΚ το 2009, βγήκε πρώτο κόμμα με ποσοστό 44%, πήρε κρατική χρηματοδότηση 24,1 εκατ. ευρώ. Το 2015, όταν δεν έφθασε ούτε στο 5% η κρατική επιχορήγηση ήταν μόλις 1,2 εκατομμύρια ευρώ, όμως τα δάνεια είχαν δοθεί με βάση την υψηλή χρηματοδότηση, σαν να προεξοφλούσαν οι τράπεζες πως εσαεί θα έβγαινε από τιςμ κάλπες ως… πρώτο κόμμα.
Αντίστοιχη ήταν η πρακτική και με τα δάνεια της ΝΔ, ενώ και τα δύο κόμματα πετύχαιναν συνεχώς είτε ανανεώσεις των δανειακών τους συμβάσεων χωρίς περαιτέρω εγγυήσεις είτε σε τροποποίηση των συμβάσεων που περιλάμβανε και νέο δανεισμό. Πρόκειται για μια πρακτική που καταγράφεται και στην έρευνα των οικονομικών εισαγγελέων, και πέραν των άλλων εγείρει πλέον μείζονα ερωτήματα και για τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε τα εποπτικά της καθήκοντα η αρμόδια θεσμικά αρχή, δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος.